«Του νεκρού αδελφού» (ερωτήσεις σχολικού βιβλίου) | Σημειώσεις του Κωνσταντίνου Μάντη

«Του νεκρού αδελφού» (ερωτήσεις σχολικού βιβλίου)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Andrade Griffith 

«Του νεκρού αδελφού» (ερωτήσεις σχολικού βιβλίου)

Η υπερφυσική ιστορία του νεκρού αδελφού, που τον σηκώνουν από το μνήμα οι κατάρες της μάνας, για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, είχε, όπως μαρτυρούν οι πολλές παραλλαγές, ευρύτατη διάδοση όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στους βαλκανικούς και τους άλλους λαούς της Ευρώπης.

Η προέλευση του τραγουδιού αυτού έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Σήμερα όλοι συμφωνούν ότι το τραγούδι είναι από τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια και πλάστηκε πριν από τον 9ο μ.Χ. αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Ακόμη υποστηρίζεται ότι ο μύθος του συνδέεται με την αρχαία μυθολογία, την επάνοδο του Άδωνη στη γη ή την ιστορία της Δήμητρας και της Κόρης.
Το θέμα το έχουν χρησιμοποιήσει στα έργα τους πολλοί λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι. Ο C. Fauriel είχε επισημάνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μπαλάντα Λεονόρα (1773) του Γερμανού ποιητή G. A. Bürger με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Από τους Έλληνες δραματοποίησαν το τραγούδι ο Αργ. Εφταλιώτης, ο Φώτος Πολίτης και ο Ζ. Παπαντωνίου.

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
-   Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
-   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
-   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-   Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
-  Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
 «Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.
-   Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
 «Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
-   Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;
-   Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».


Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Ποιες σκέψεις και διαθέσεις σας υποβάλλουν οι επτά πρώτοι στίχοι;

Οι εισαγωγική στίχοι του ποιήματος μας παρέχουν μια σειρά πληροφοριών για την οικογένεια του ήρωα και μας αποκαλύπτουν στοιχεία για τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων εκείνης της εποχής.
-          Η μητέρα έχει εννιά γιους και μόνο μια κόρη, την οποία αγαπά ιδιαίτερα και τη φροντίζει με ποικίλους τρόπους. Η ξεχωριστή αγάπη της μητέρας, μας βοηθά να καταλάβουμε πώς θα ένιωσε και πόσο θα στεναχωρήθηκε όταν έφτασαν οι προξενητάδες για την κόρη της.
-          Το γεγονός ότι οι προξενητάδες έρχονται από τη Βαβυλώνα, υποδηλώνει έμμεσα πως η Αρετή ήταν εξαιρετικά όμορφη και πως η φήμη της ομορφιάς της έχει ξεπεράσει τα όρια της δικής της πόλης.
-          Η έννοια του προξενιού, που έχει εκλείψει στις μέρες μας, ήταν σχεδόν ο μοναδικός τρόπος για τη σύναψη γάμων σε παλαιότερες εποχές. Οι κοπέλες, τότε, δεν είχαν κανένα λόγο στην επιλογή του συζύγου τους και όφειλαν να υπακούσουν στις αποφάσεις της οικογένειάς τους.
-          Η μικρή ηλικία της Αρετής -μόλις 12 ετών- αποκαλύπτει τη διαφορετική νοοτροπία της εποχής, σχετικά με την κατάλληλη ηλικία για το γάμο των κοριτσιών.
-          Η μητέρα φροντίζει με κάθε τρόπο να μη βλέπει ο ήλιος την κόρη της, στοιχείο που συνάδει με την εκτίμηση που είχαν παλαιότερα οι άνθρωποι για τη λευκότητα της επιδερμίδας. Το να έχει μια γυναίκα ολόλευκο δέρμα σημαίνει ότι ανήκει σε καλή οικογένεια και πως δεν έχει ανάγκη να εμπλέκεται στις καθημερινές εργασίες. Παράλληλα, η φροντίδα της μητέρας συνδέεται και με την επιθυμία της να προφυλάξει την κόρη της από τα αδιάκριτα βλέμματα. Η αγνότητα του κοριτσιού είναι πολύτιμη και πρέπει να προφυλαχθεί με κάθε τρόπο.
-          Το γεγονός ότι στους εισαγωγικούς στίχους δεν γίνεται μνεία στον πατέρα των παιδιών, μας κάνει να καταλάβουμε ότι η μητέρα έχει χάσει τον άντρα της και είναι η ίδια υπεύθυνη για την προστασία των παιδιών της.

Οι εισαγωγικοί αυτοί στίχοι μας μεταδίδουν την ιδιαίτερη αγάπη της μητέρας και καθιστούν σαφές πως η μητέρα θα στεναχωριόταν πάρα πολύ, τώρα που έφτασε ο καιρός να παντρέψει τη μοναχοκόρη της. Επίσης, μας δημιουργούν μια αίσθηση συμπόνιας για την Αρετή, η οποία θα αναγκαστεί να στερηθεί τη μητρική φροντίδα και να φύγει, σε τόσο νεαρή ηλικία, μακριά από τους δικούς της. Η μικρή κοπέλα, χωρίς να έχει δικαίωμα να εκφράσει την άποψή της, θα πρέπει να μπει σε μια νέα οικογένεια, όπου δεν γνωρίζει κανέναν και θα πρέπει παράλληλα να αναλάβει τα καθήκοντα του συζυγικού βίου.
Η βασική διάθεση, επομένως, των αρχικών στίχων είναι η θλίψη για τον πρόωρο και αναγκαστικό αποχωρισμό της μικρής Αρετής από τη μητέρα και τα αδέρφια της.

Τι φανερώνει η συζήτηση στο οικογενειακό συμβούλιο α) για τον τύπο της οικογένειας και β) για τις αντιλήψεις των μελών της οικογένειας;

α) Η συζήτηση του οικογενειακού συμβουλίου αναδεικνύει τη διάθεση των μελών της οικογένειας να λάβουν από κοινού μιαν απόφαση για το μέλλον της Αρετής. Σ’ αυτή τη συζήτηση, βέβαια, δε συμμετέχει η ίδια η Αρετή, εφόσον ως γυναίκα δεν έχει δικαίωμα να εκφέρει άποψη για το μέλλον της. Η οικογένεια αυτή παρουσιάζει μια σημαντική έλλειψη, καθώς δεν υπάρχει ο πατέρας, οπότε η μητέρα αναλαμβάνει να αναπληρώσει τη θέση του, όχι όμως λαμβάνοντας η ίδια την απόφαση, ως αρχηγός της οικογένειας, αλλά συμβουλευόμενη τη γνώμη των γιων της.
Η οικογένεια διαφοροποιείται, έτσι, από τις αμιγώς ανδροκρατούμενες οικογένειες εκείνης της εποχής, λόγω της απουσίας του πατέρα. Σε περίπτωση που ο πατέρας ήταν παρών, θα έπαιρνε μόνος του την απόφαση, μιας και η τότε κοινωνία του αναγνώριζε το δικαίωμα να ελέγχει τη μοίρα των παιδιών του.

β) Στα πλαίσια της συζήτησης γίνεται φανερό πως 8 από τα αγόρια, όπως και η μητέρα, δεν θέλουν να παντρέψουν την Αρετή σε μια τόσο μακρινή πόλη. Δε συμφωνούν, δηλαδή, με το να φύγει η μικρή κοπέλα στην ξενιτιά, καθώς δε θα είχαν πια τη δυνατότητα να τη βλέπουν και θα έπρεπε να στερηθούν πλήρως την παρουσία της. Αυτό δε σημαίνει πως διαφωνούν με τη σκέψη του γάμου της, καθώς για τα δεδομένα της εποχής η κοπέλα βρισκόταν πλέον σε ηλικία κατάλληλη για να παντρευτεί, δε θέλουν απλώς να τη δουν να φεύγει τόσο μακριά από το σπίτι τους.
Σε πλήρη αντίθεση με την υπόλοιπη οικογένεια βρίσκεται ο Κωσταντής, που θεωρεί ότι δεν είναι κακή ιδέα να παντρέψουν την Αρετή στα ξένα, μιας και τόσο ο ίδιος που ταξιδεύει συχνά, όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, θα είχαν πλέον ένα δικό τους άνθρωπος στη μακρινή αυτή περιοχή. Η σκέψη του Κωσταντή βασίζεται περισσότερο στην έννοια του συμφέροντος, υπό την έννοια ότι ο γάμος της αδερφής του θα δημιουργούσε δεσμούς με μια ξένη πόλη, που θα μπορούσαν στο μέλλον να τους φανούν χρήσιμοι.
Από τη μία, επομένως, έχουμε την κυριαρχία του συναισθήματος με τη μητέρα να μη θέλει να αποχωριστεί την κόρη της κι από την άλλη έχουμε μια πιο εκλογικευμένη προσέγγιση, με τον Κωσταντή να υπολογίζει τα ενδεχόμενα οφέλη που θα μπορούσαν να προκύψουν από αυτόν τον γάμο.
Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί πως η μητέρα εμφανίζεται πιο προσεκτική και προνοητική στους συλλογισμούς της, καθώς εύλογα αναρωτιέται πως θα μπορεί να έρχεται η Αρετή κοντά τους σε περίπτωση πόνου ή χαράς. Η μητέρα, δηλαδή, ανησυχεί πως η απομάκρυνση της Αρετής μπορεί να σημάνει μια απόλυτη διακοπή στις μεταξύ τους σχέσεις, αφού η κόρη της δε θα είναι σε θέση να συμμετέχει τόσο στις άσχημες όσο και στις ευτυχισμένες στιγμές της οικογένειας.
Σ’ αυτές τις ανησυχίες της μητέρας ο Κωσταντής απαντά μ’ έναν βαρύ όρκο, τον οποίο όμως δίνει σε μια στιγμή που είναι νέος και υγιής και αισθάνεται πως τίποτε δε θα μπορεί να τον εμποδίσει από το να βρεθεί κοντά στην αδερφή του.

Ποιος είναι ο ρόλος του όρκου μέσα στο τραγούδι;

«Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».

Ο Κωσταντής προκειμένου να πείσει τη μητέρα του να παντρέψει την Αρετή στα ξένα, ορκίζεται πως οτιδήποτε συμβεί είτε θάνατος είτε χαρά, εκείνος θα πάει να τη φέρει πίσω. Ορκίζεται μάλιστα στον ουρανό και στους Αγίους, δίνοντας έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα στον όρκο του, καθώς θέτει ως κριτές για την τήρησή του ιερά πρόσωπα.
Ο όρκος που δίνει ένα πρόσωπο αποτελεί είτε διαβεβαίωση για την αλήθεια όσων λέει είτε δεσμευτική υπόσχεση πως θα κάνει αυτό για το οποίο ορκίζεται. Είναι μια συνήθεια που υπάρχει από την αρχαιότητα και έχει μεγάλη αξία, μιας και το πρόσωπο που ορκίζεται επικαλείται όχι μόνο τη δική του αξιοπιστία, αλλά καταφεύγει και στην επικύρωση των λεγομένων του από κάποιο ιερό ή ιδιαίτερα αγαπημένο πρόσωπο. Κάτι που σημαίνει ότι οφείλει με κάθε τρόπο να φανεί συνεπής σε όσα ορκίζεται και να είναι απόλυτα ειλικρινής, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι θα τιμωρηθεί αυστηρά από τα ιερά πρόσωπα που έχει επικαλεστεί.
Στα πλαίσια του κειμένου ο όρκος:
  • Αποτελεί την ισχυρή δέσμευση του Κωσταντή, πως για οποιονδήποτε λόγο χρειαστεί και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, εκείνος θα πάει στον μακρινό τόπο που θα βρίσκεται η Αρετή και θα τη φέρει πίσω στη μητέρα τους. Μ’ αυτόν τον όρκο, επομένως, ο Κωσταντής κατορθώνει να πείσει τη μητέρα του και τους αδερφούς του να δεχτούν το γάμο της Αρετής.
  • Αναδεικνύει πόσο αποφασισμένος ήταν ο Κωσταντής να στηρίξει αυτόν τον γάμο, μιας και θεωρούσε ακράδαντα πως η οικογένειά του θα μπορούσε να ωφεληθεί στο μέλλον από τους νέους δεσμούς που θα δημιουργούνταν, μέσω της Αρετής, με την ξένη πόλη.
  • Προοικονομεί σημαντικά γεγονότα της ιστορίας, καθώς η βαρύτητα του όρκου δημιουργεί εξ αρχής την απορία για το τι θα συμβεί όταν θα έρθει η στιγμή που ο Κωσταντής θα υποχρεωθεί να τηρήσει την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα του. Έτσι, μέσα από τον όρκο, προετοιμαζόμαστε τόσο για την αγανάκτηση και τις κατάρες της μάνας προς το γιο που αθέτησε την υπόσχεσή του, όσο και για τη θαυμαστή επάνοδο του νεκρού Κωσταντή στον κόσμο των ζωντανών.

Ποια σημάδια βοηθούν την Αρετή να συνειδητοποιήσει σταδιακά ότι ο αδερφός της είναι πεθαμένος;

Η απρόσμενη εμφάνιση του Κωσταντή που απαιτεί από την αδερφή του να τον ακολουθήσει, χωρίς να της δώσει χρόνο να ετοιμαστεί για το ταξίδι, προκαλεί ταραχή στη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν της εγείρει κάποια υπόνοια για την κατάσταση του αδερφού της.
Στην πορεία όμως του ταξιδιού, τα πουλάκια, με ανθρώπινη ομιλία, σχολιάζουν πως είναι πρωτόφαντο να έχει μαζί του ένας πεθαμένος μια όμορφη κοπέλα. «Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!» Αυτή είναι η πρώτη φορά που η Αρετή ακούει αυτή την πληροφορία και μάλιστα από πουλιά. Το απίστευτο της είδησης, αλλά και το υπερφυσικό στοιχείο της ομιλίας των πουλιών, δεν πείθουν αμέσως τη νεαρή κοπέλα, η οποία εντούτοις ρωτά τον αδερφό της για τα λεγόμενα των πουλιών. Ο Κωσταντής φυσικά την καθησυχάζει, λέγοντάς της πως δε θα πρέπει να δίνει σημασία στο τι λένε τα πουλιά.
Η ίδια διαπίστωση, όμως, για τον αδερφό της θα γίνει εκ νέου από τα πουλιά που συναντούν στο δρόμο τους: «Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο, / να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!», γεγονός που θα προβληματίσει σε μεγάλο βαθμό την Αρετή. Η κοπέλα τότε για πρώτη φορά θα παραδεχτεί πως φοβάται τον αδερφό της, γιατί πέρα από αυτά που λένε τα πουλιά, εκείνος μυρίζει λιβάνι.
Ο Κωσταντής και πάλι θα επιχειρήσει να διασκεδάσει τις ανησυχίες της αδερφής του, λέγοντας πως είχαν πάει εχτές στην εκκλησία και ο παπάς είχε θυμιατίσει με πολύ λιβάνι.
Η τρίτη φορά που η Αρετή θ’ ακούσει τα πουλιά να λένε ότι ο αδερφός της είναι πεθαμένος, θα προκαλέσει μεγάλο πόνο στην κοπέλα, η οποία έχει πια αρχίσει να πείθεται για την αλήθεια όσων ακούει. «Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο, / τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!». Η Αρετή, τότε ρωτά τον αδερφό της για την ομορφιά του που έχει χαθεί και για τα ξανθά του μαλλιά και το μουστάκι του, που έχουν πέσει. Η κοπέλα δεν μπορεί πια να αγνοεί την κατάσταση του αδερφού της, μιας και τα σημάδια που βλέπει είναι αναμφισβήτητα.
Ο Κωσταντής, βέβαια, θα δικαιολογήσει την εμφάνισή του λέγοντας πως είναι άρρωστος από καιρό, γι’ αυτό κι έχει χάσει τα μαλλιά του.
Η ολοκληρωτική αποκάλυψη για το γεγονός ότι ο Κωσταντής ήταν πεθαμένος κι είχε επανέλθει στον κόσμο των ζωντανών, θα έρθει όταν τα δυο αδέλφια φτάσουν κοντά στην εκκλησία. Εκεί ο Κωσταντής θα εξαφανιστεί και η Αρετή θα ακούσει το χώμα να βουίζει και την πλάκα του τάφου να βροντά. Είναι πια προφανές πως ο Κωσταντής επέστρεψε στον τάφο του και πως είχε επανέλθει κοντά στους ζωντανούς μόνο και μόνο για να φέρει την Αρετή στο σπίτι τους.

Το τραγούδι κινείται ανάμεσα σε δυο κόσμους: τον κόσμο του πραγματικού και τον κόσμο του φανταστικού. Να βρείτε πώς συνυφαίνονται οι δυο αυτοί κόσμοι, αφού επισημάνετε τα σχετικά χωρία.

Το αρχικό μέσο για τη συνύφανση των δύο κόσμων είναι ο όρκος του Κωσταντή, που βάζει τον ουρανό κριτή και τους Αγίους μάρτυρες, πως ό,τι κι αν συμβεί, ακόμη κι αν έρθει θάνατος στην οικογένεια, εκείνος θα πάει να φέρει την Αρετή από τα ξένα.
Αμέσως μετά, έχουμε τις κατάρες της μητέρας, η οποία απαιτεί από τον Κωσταντή να τηρήσει την υπόσχεσή του και να της φέρει πίσω την κόρη της:
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
·   Η κατάρα της μητέρας, θέτει σε κίνηση μια υπερφυσική κατάσταση, κατά την οποία ο Κωσταντής αναγκάζεται να βγει από τον τάφο του και να επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών, προκειμένου να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα του:
«Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.»
·       Η επιστροφή του Κωσταντή από τον κάτω κόσμο, σηματοδοτεί το πέρασμα της ιστορίας στον κόσμο του φανταστικού, όπου η φυσική τάξη των πραγμάτων διαταράσσεται. Πλέον, καθετί απρόσμενο και υπερφυσικό, μοιάζει πιθανό, μιας κι έχει ανατραπεί η ισορροπία της πραγματικότητας.
«Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.»
·         Ο νεκρός Κωσταντής εμφανίζεται να υπερβαίνει την πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας για άλογό του ένα σύννεφο και το φως του αστεριού για χαλινάρι. Η υπερφυσική επιστροφή του νεκρού στον κόσμο των ζωντανών καθιστά δυνατό καθετί που μέχρι πρότινος θα έμοιαζε υπερβολικό. Η φύση, έτσι, εμφανίζεται να υποτάσσεται στον Κωσταντή, που για χάρη της μητέρας του, καταπάτησε κάθε φυσικό νόμο.
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!»
·         Τα λόγια που ακούγονται από τα πουλιά, έρχονται να τονίσουν το αφύσικο της παρουσίας του Κωσταντή, της παρουσίας δηλαδή ενός νεκρού που κινείται μαζί με τους ζωντανούς. Τα πουλιά παύουν να κελαηδούν και αποκτούν πλέον ανθρώπινη ομιλία, στοιχείο που συνάδει με την υπέρβαση της πραγματικότητας που συντελέστηκε με την έξοδο του Κωσταντή από τον τάφο του.
Με την παρουσία του νεκρού Κωσταντή και με τις ομιλίες των πουλιών που εκφράζουν εμφατικά το θαυμαστό και συνάμα αφύσικο γεγονός της επιστροφής του Κωσταντή, ο κόσμος της πραγματικότητας διαπλέκεται με τον κόσμο της φαντασίας, όπου δεν υπάρχουν πια όρια και οτιδήποτε, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται μπορεί να συμβεί.
Η φυσική τάξη θα αποκατασταθεί μόνο με την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Κωσταντή και το γύρισμά του στον τάφο:
«Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.»

Από τα στοιχεία του τραγουδιού να βρείτε μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά των παραλογών, ως προς το θέμα και τη μορφολογία.

Οι παραλογές είναι πολύστιχα αφηγηματικά τραγούδια με ιδιαίτερο γνώρισμα το παραμυθικό στοιχείο.
·         Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, σε σύγκριση με άλλα δημοτικά τραγούδια, μπορεί να θεωρηθεί πολύστιχο, μιας και ξεπερνά σε έκταση τα παραδοσιακά ιστορικά και κλέφτικα τραγούδια.
·         Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, έχει εμφανή αφηγηματικό χαρακτήρα, καθώς όλα τα γεγονότα μας δίνονται από κάποιον αφηγητή. Μάλιστα, στους τρίτους πρώτους χρόνους διαπιστώνουμε ότι ο αφηγητής απευθύνει το λόγο στη μητέρα κι αμέσως μετά συνεχίζει την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ως παντογνώστης αφηγητής, αποστασιοποιημένος και χωρίς συμμετοχή στα διαδραματιζόμενα.
·         Ως προς το περιεχόμενο παρατηρούμε ότι το τραγούδι καταπιάνεται με τις δραματικές περιπέτειες της ζωής (το ξεκλήρισμα μιας ολόκληρης οικογένειας, από αρρώστιες κι από αβάσταχτο συναισθηματικό πόνο). Επίσης, η επάνοδος του νεκρού Κωσταντή στον κόσμο των ζωντανών και η αναφορά στο σύννεφο που το χρησιμοποιεί ως άλογο, όπως και τα πουλιά που μιλούν με ανθρώπινη ομιλία, καθιστούν έντονο το παραμυθικό στοιχείο.

Ο τρόπος που καλούσαν το νεκρό να βγει από τον τάφο για να βοηθήσει σε μια δύσκολη κατάσταση είναι γνωστός ως «ανακάλεμα». Διαβάστε από τη μετάφραση του Ι. Γρυπάρη τους στίχους του Αισχύλου (Πέρσες, 628-680). Βρίσκετε ομοιότητες με τους στίχους 22-29 του τραγουδιού μας;

Σεβαστή βασίλισσα των Περσών
στέλνε λοιπόν και συ τις χοές σου
στα βασίλεια του Άδη απ’ τη γη
κι εμείς θα ζητήσουμε με ύμνους
να σταθούν βοηθοί μας.
Μακάριοι εσείς θεοί του κάτω κόσμου
ανεβάστε ξανά την ψυχή του στο φως
γιατί αυτός, που ξέρει απ’ όλους καλύτερα
μπορεί να βρει στα βάσανά μας γιατρικό,
αυτός μόνο το τέλος μπορεί να μας πει.
Άραγε με ακούει ο μακαρισμένος
ο ισόθεος βασιλιάς
που σε γλώσσα γνώριμη, περσική,
τον φωνάζουν με κλάματα και μοιρολόγια
και με θλιβερά ξεφωνητά; 
Όσο μπορώ ψηλότερα θα διαλαλήσω
τη μαύρη συμφορά που μας βρήκε.
Άραγε μ’ ακούει βαθιά μες απ’ τον τάφο του;
Αλλά, εσύ, Γη,
και σεις οι άλλοι άρχοντες των νεκρών,
αφήστε από τα βασίλειά σας ν’ ανέβει στο φως
η μακαρισμένη, περήφανη ψυχή
ο Θεός των Περσών που γεννήθηκε στα Σούσα.
Στείλτε τον επάνω αυτόν
που όμοιό του ως τώρα δεν έχει σκεπάσει
το χώμα της Περσίας.
Πόσο πολύ αγαπητός είναι ο άντρας
πόσο πολύ αγαπητός ο τάφος
που σκεπάζει μια τόσο αγαπημένη ψυχή.
Αιδωνέα, στείλε τον ν’ ανέβει σε μας
στείλε τον έξω στο φως, Αιδωνέα, τον Δαρείο,
τον ασύγκριτο βασιλιά μας.
Γιατί εκείνος ποτέ δεν πήγαινε
να καταστρέψει το στρατό του
σε άδικες πολεμικές συγκρούσεις.

Όταν οι Πέρσες μαθαίνουν για την ήττα του Ξέρξη στη Σαλαμίνα (480 π.Χ.) συγκλονίζονται. Τότε η μητέρα του Ξέρξη Άτοσσα μαζί με τους γέροντες της πόλης, προσφέρουν χοές στον τάφο του Δαρείου, του πατέρα του Ξέρξη, και ζητούν τη βοήθειά του. Οι γέροντες, μάλιστα, παρακαλούν τους θεούς του κάτω κόσμου να τους στείλουν πίσω τον Δαρείο γιατί είναι ο μόνος που μπορεί πραγματικά να τους βοηθήσει στη μεγάλη συμφορά που αντιμετωπίζουν. Ως αποτέλεσμα της ικεσίας, θα εμφανιστεί το φάσμα του Δαρείου και θα τους ενημερώσει πως οι θεοί τιμώρησαν τον Ξέρξη για την αλαζονεία του και θα τους προειδοποιήσει ότι πρέπει να σταματήσουν τον πόλεμο ενάντια στους Έλληνες.
Τόσο το ανακάλεμα του Κωσταντή, όσο και το ανακάλεμα του Δαρείου, γίνονται μετά από μια μεγάλη συμφορά, που καθιστά την παρουσία τους αναγκαία. Η μητέρα χάνει και τους εννιά της γιους και δεν έχει πια τρόπο να δει ξανά τη μοναδική της κόρη, ενώ οι Πέρσες έρχονται αντιμέτωποι με μια συντριπτική ήττα και δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν.
Ο τρόπος, βέβαια, που γίνεται το ανακάλεμα στα δύο κείμενα διαφέρει. Στην περίπτωση του Κωσταντή, η μητέρα του τον καταριέται και απαιτεί από αυτόν να τηρήσει την υπόσχεσή του, τον όρκο που είχε δώσει ότι θα της φέρει πίσω την Αρετή. Ενώ, στην τραγωδία του Αισχύλου, οι Πέρσες προβαίνουν σε μια ικεσία απέναντι στους θεούς του κάτω κόσμου.
Ο Κωσταντής, επίσης, είχε δώσει βαρύ όρκο στη μητέρα του και τελικά δεν τον πραγματοποίησε, γεγονός που τον καθιστά υπόλογο απέναντί της. Ενώ, ο βασιλιάς Δαρείος δεν έχει κάποια αντίστοιχη δέσμευση απέναντι στον λαό του, γι’ αυτό και οι γέροντες ικετεύουν για την επιστροφή του.   
Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί πως στο τραγούδι του νεκρού αδελφού, το ανακάλεμα του Κωσταντή γίνεται μόνο από τη μητέρα του, μιας και είναι η μόνη που έχει απομείνει ζωντανή. Ενώ, στην τραγωδία του Αισχύλου, η ικεσία για την επιστροφή του Δαρείου γίνεται, από τους γέροντες της πόλης, για λογαριασμό ενός ολόκληρου έθνους. 

Ο μύθος του τραγουδιού αυτού συναντάται σε αντίστοιχα δημοτικά τραγούδια κι άλλων Βαλκανικών χωρών, στοιχείο που υποδηλώνει την ευρύτατη διάδοσή του. Το αλβανικό δημοτικό τραγούδι «Κωσταντής και Δοκίνα» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Κωσταντής και Δοκίνα

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό,
πήγα πήρα μιαν οκά,
το’ ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή,
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες,
κι οι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωσταντή, κακό ν’ ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα,
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,
άλογό του έγιν’ η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
- Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
- Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ’ άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
- Τσιλιβίου, βίου, βίου
ίσως νά ‘ναι ο αγέρας.
- Είδατε; Δεν είδατε;
περπατάει λευκή πουλάδα,
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
- Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
- Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
- Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
- Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;
- Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.
- Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.


Χοστέβα (Αργυρόκαστρο) [Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς]  

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...